αμόλυντος


αμόλυντος
[амолиндос] εκ. чистый, незараженный.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αμόλυντος" в других словарях:

  • ἀμόλυντος — undefiled masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αμόλυντος — η, ο (Α ἀμόλυντος, ον) [μολύνω] (με ηθική σημασία) αμίαντος, ακηλίδωτος, καθαρός, άσπιλος, αγνός νεοελλ. αυτός που δεν μολύνθηκε ή δεν μπορεί να μολυνθεί (π. χ. από μικρόβια) …   Dictionary of Greek

  • αμόλυντος — η, ο αμόλευτος (βλ. λ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀμολυντότερον — ἀμόλυντος undefiled adverbial comp ἀμόλυντος undefiled masc acc comp sg ἀμόλυντος undefiled neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμολύντως — ἀμόλυντος undefiled adverbial ἀμόλυντος undefiled masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμόλυντον — ἀμόλυντος undefiled masc/fem acc sg ἀμόλυντος undefiled neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμολύντοις — ἀμόλυντος undefiled masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμολύντου — ἀμόλυντος undefiled masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμολύντους — ἀμόλυντος undefiled masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμολύντων — ἀμόλυντος undefiled masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)